Ένα ακόμη ταξίδι-προσκύνημα στην ιδιαίτερή μας πατρίδα ανήκει ήδη στο παρελθόν. Για μια ακόμη φορά το γνωστό συναίσθημα της χαρμολύπης μας συνόδευε καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής στα χώματα της θετής δεύτερης πατρίδας μας. Χαράς, γιατί όπως και να το κάνουμε γυρίζουμε σε ένα χώρο που τον έχουμε υιοθετήσει συνειδητά και έχουμε διαγράψει σ’ αυτόν , οι περισσότεροι τουλάχιστον από εμάς, το δημιουργικότερο κομμάτι της ενήλικης ζωής μας . Λύπης, γιατί και πάλι όπως και να το κάνουμε , αν η μισή μας καρδιά βρίσκετε εδώ, η άλλη μισή βρίσκετε εκεί πίσω. Στο θλιμμένο βλέμμα της γριάς μάνας όταν σε αποχαιρετάει για μια ακόμη φορά , ευελπιστώντας να μην είναι η τελευταία, στα εκφραστικά πρόσωπα αδελφών, ξαδέλφων και παιδικών φίλων που για μια ακόμη χρονιά θα προσπαθήσεις να τα διατηρήσεις ζωντανά στη μνήμη μέχρι το επόμενο ταξίδι, και τέλος στα καταπληκτικά χρώματα και τις μυρουδιές της απίθανης Ελληνικής φύσης που όμοιά τους δεν μπορείς να βρεις πουθενά αλλού στον κόσμο. Αν προσθέσεις σε αυτά και τα ατελείωτα φαγοπότια, προς τιμήν ημών των φιλοξενουμένων, με τις ατέρμονες συζητήσεις περί κρίσεως , μνημονίου ,και Τρόικας, τότε το συναίσθημα της χαρμολύπης γέρνει λίγο περισσότερο προς τη λύπη.
Το συναίσθημα της λύπης μας διακατείχε όμως και καθ’ όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής μας. Λύπη για την οδική συμπεριφορά των συμπατριωτών μας. Λύπη για την αντιεπαγγελματική συμπεριφορά των οδηγών ταξί. Λύπη για την απροθυμία εξυπηρέτησης και την Ναπολεωντίστικη συμπεριφορά των υπαλλήλων του Δημοσίου στην διεκπεραίωση απλών γραφειοκρατικών πράξεων . Λύπη για την απαράδεκτη τριτοκοσμική εικόνα των κρατικών νοσοκομείων και ιδιαίτερα των τμημάτων αντιμετώπισης εκτάκτων περιστατικών. Λύπη για τον διάχυτο ωχαδερφισμό που έχει διεισδύσει σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής και έχει μολύνει τις σχέσεις των συμπατριωτών μας ,έχοντας μετατρέψει το ΕΜΕΙΣ του Μακρυγιάννη σε ΕΓΩ του νεοέλληνα. Λύπη τέλος για την αποποίηση ευθυνών από πάνω τους και την επίρριψή τους αόριστα σε τρίτους κατά προτίμηση ξένα κέντρα που επιβουλεύονται το μέλλoν της Ελλάδος. Πάντα οι ξένοι θέλουν το κακό της Ελλάδος , ποτέ οι Έλληνες. Οι φωτιές στα πανέμορφα δάση και οι καταπατήσεις δασικών εκτάσεων με την οικοδόμηση παράνομων βιλών, και ο συνεχής βιασμός του περιβάλλοντος γίνονται προφανώς από υπέρμετρη αγάπη. Για μια ακόμη φορά διαπιστώσαμε ότι υπάρχουν δυο Ελλάδες. Η Ελλάδα της παραλίας, της καφετέριας, των μπαρ και της νυχτερινής διασκέδασης που λατρεύουν τα παιδιά μας, και η Ελλάδα της καθημερινής πραγματικότητας που πληγώνει εμάς. Έχοντας ζήσει οι περισσότεροι από εμάς για δεκαετίες σε μια χώρα όπως ο Καναδάς , που βρίσκεται μονίμως στις πέντε πρώτες στον κόσμο σε ποιότητα ζωής, διαπιστώνουμε ότι η τεράστια απόσταση που χωρίζει τη θετή από την πρώτη μας πατρίδα , δυστυχώς δεν είναι μόνο χιλιομετρική.
Η Ελλάδα και το Οντάριο έχουν τις ημέρες αυτές έναν κοινό παρανομαστή. Ετοιμάζονται και οι δυο για Δημοτικές εκλογές. Αυτό είναι το μόνο κοινό στοιχείο. Από εκεί και πέρα τις χωρίζει άβυσσος. Στο Οντάριο κονταροχτυπιούνται άτομα για τα αξιώματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με όπλο τις πλατφόρμες και τα προγράμματά τους για καλύτερη διαχείριση, όπως ισχυρίζονται των δημοσίων πόρων, πόρων που προέρχονται πρωτίστως από την φορολόγηση των κατοίκων των αυτοδιοικούμενων περιφερειών. Οι κάτοικοι κρίνοντας αναλόγως θα κληθούν να επιλέξουν αυτόν ή αυτούς που κρίνουν ότι έχουν κάτι να προσφέρουν. Στην Ελλάδα η οποία υποτίθεται ότι ζει μια πραγματική επανάσταση με την επερχόμενη αυτοδιαχείριση των περιφερειών και την διεύρυνση του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στα πρότυπα των ανεπτυγμένων κρατών της Δύσης , παρατηρείται το τραγελαφικό φαινόμενο να αναλώνονται οι συζητήσεις, όχι στις προοπτικές που ανοίγει για τις τοπικές κοινωνίες ο νέος θεσμός, αλλά στο σε ποια πρόσωπα θα επιλεγούν από τα μεγάλα κόμματα , για να κερδηθούν οι εκλογές. Πουθενά μα πουθενά δεν γίνεται κουβέντα για νέες προοπτικές ανάπτυξης που υποτίθεται ότι θα φέρει ο νέος ενισχυμένος θεσμός. Το ζητούμενο είναι να μετρήσουν τα δυο μεγάλα κόμματα ,κυρίως ,το μπόι τους , επιστρατεύοντας προς τον σκοπό αυτό πρωτοκλασάτα υπουργικά ονόματα η απροθυμία των οποίων να μετακινηθούν από την ζεστασιά του υπουργικού θώκου στην άβολη καρέκλα του τοπικού άρχοντα, προϊδεάζει για την αποτυχία του θεσμού.
Για να αντιληφθείτε το γελοίο του θέματος, προσπαθήστε να φανταστείτε τον Χάρπερ να ζητάει από τον Τόνυ Κλεμέντ να αφήσει το υπουργείο του για να διεκδικήσει την θέση του Δημάρχου στο Τορόντο μόνο και μόνο για να αποδείξει την δύναμη του κόμματός του. Λιγάκι χλωμό δεν το βλέπετε;





